Ιερά Μητρόπολη Σιδηροκάστρου. Ευχαριστούμε για την επίσκεψή σας.

Παρασκευή, 30 Μαΐου 2014

Πρέπει να πιστεύουμε στην Αγία Τριάδα ;


Του Ιωάννη Πάντιου

                                                       Αγαπητοί αναγνώστες

Στο συγκεκριμένο άρθρο  θα δούµε μερικά αποσπάσματα απ' το βιβλίο  των Μαρτύρων του Ιεχωβά με τίτλο: Πρέπει να πιστεύουμε στην Αγία Τριάδα ; Στο συγκεκριμένο  βιβλίο  αγαπητοί αναγνώστες θα δούμε πώς κυριολεκτικά βλαστημούν το μέγα Μυστήριον που είναι ο Τριαδικός Θεός . Θα κατανοήσουμε αμέσως  οτι αυτοί οι άνθρωποι δεν μπορεί να λέγοται χριστιανοί και  ο μόνος χαρακτηρισμός που τους  αρμόζει είναι του Αποστόλου Ιωάννου που τους αποκαλεί  πλάνους και αντίχριστους. Δείτε τι γράφουν πρώτα για τον Κύριο μας Ιησού Χριστό.



Όπως πάντα αγαπητοί αναγνώστες εχουν απομονώσει   το εδάφιο του Ιωάννου και Προσπαθούν να περάσουν το δικό τους ψευδος. Στην πραγματικότητα μας λέει ο Ιωάννης: αυτη δέ εστιν η αιώνιος ζωή, ινα γινώσκωσιν σε τον μόνον αληθινον Θεον και ον απέστειλας Ιησουν Χριστόν. Ιωαννης 17:3.
 
Δηλαδή οταν λέει ο Ιωάννης  το μόνο αληθινό Θεό, και τόν Ιησού Χριστό τον οποιον απέστειλες αυτό τι σημαίνει οτι ο Χριστος δεν αποτελείται στην Θεοτητα ;
   Εάν πάμε  με την λογική των Μαρτύρων του Ιεχωβά και κρατήσουμε εκει που λέει το μόνο αληθινό Θεό τότε πρέπει να μας απαντήσουν οι αγαπητοί Μάρτυρες του Ιεχωβά στην επιστολή του Ιούδα που λέει : Διότι παρεισέφρησαν  μερικοί άνθρωποι, οι οποιοι απο παλαιούς χρόνους ηταν προωρισμένοι γι΄αυτο το κακό να είναι δηλαδή ασεβεις, που μεταβάλλουν τη χάρι του Θεού μας σε ασελγεια, και αρνουνται το ΜΟΝΟ Δεσπότη και Κυριο μας Ιησού Χριστό. Ιούδα 1:4

Δέχονται οι Μάρτυρες του Ιεχωβά οτι υπάρχει ΜΟΝΟ ΕΝΑΣ Δεσπότης και Κυριος ο οποίος είναι ο Ιησούς Χριστός ;;;

Επίσης  μας λένε  οτι στην Αγία Γραφή δεν αποκαλείτε Παντοδύναμος η Παντοκράτορας ο Ιησούς Χριστός. Την απάντηση την δίνει η Αγία Γραφή.

Εγώ ειμι το Αλφα και το Ω, λέγει κύριος ο θεός, ο ων και ο ην και ο ερχόμενος, ο παντοκράτωρ. Αποκ. 1:8.

Μπορούν να μας πουν οι αγαπητοί Μάρτυρες του Ιεχωβα ποιος ειναι ο ερχόμενος ο οποίος είναι και Παντοκράτωρ ;;;  

O Ιησούς ήταν Θεάνθρωπος, δηλαδή Θεός και άνθρωπος ταυτόχρονα  Στον Ιωάννη 1:14 διαβάζουμε: «Και ο Λόγος έγινε σάρκα, και κατοίκησε ανάμεσά μας, (και είδαμε τη δόξα του, δόξα ως μονογενούς από τον Πατέρα), γεμάτος χάρη και αλήθεια». Ο Λόγος που είναι Θεός Ιωάν.1:1 έγινε σάρκα, δηλαδή άνθρωπος. Όμως, ΔΕΝ έπαψε να είναι ο Θεός-Λόγος όταν έγινε σάρκα! Διότι αφού λέει «ο Λόγος έγινε σάρκα» μετά λέει ότι «κατοίκησε ανάμεσά μας και είδαμε τη δόξα του». Ποιος κατοίκησε ανάμεσά μας; Και ποιανού την δόξα είδαμε; Μήπως η σάρκα «κατοίκησε ανάμεσά μας» και μήπως «είδαμε την δόξα» της σάρκας; Ασφαλώς όχι! Ανάμεσά μας κατοίκησε ο Θεός-Λόγος και είδαμε την δόξα του Θεού-Λόγου! Συνεπώς ο Ιησούς εξακολουθούσε να είναι Θεός όταν έγινε άνθρωπος. Κι όχι ένας πρώην Θεός, αλλά ζωντανός Θεός διότι έδειξε την δόξα Του ενώ ήταν ταυτόχρονα άνθρωπος.


Η ισότητα του Ιησού με τον Πατέρα
Ο Ιησούς διακήρυττε την ισότητά Του με τον Πατέρα με τόσο σαφή τρόπο, ώστε οι Ιουδαίοι θέλανε να τον θανατώσουν! Διαβάζουμε: «Και ο Ιησούς απάντησε σ’ αυτούς: Ο Πατέρας μου μέχρι τώρα εργάζεται, κι εγώ εργάζομαι. Γι’ αυτό, λοιπόν, οι Ιουδαίοι ζητούσαν περισσότερο να τον θανατώσουν, επειδή, όχι μόνον παρέβαινε το Σάββατο, αλλά έλεγε τον Θεό και δικό του Πατέρα, κάνοντας τον εαυτό του ίσον με τον Θεό» Ιωάννης 5:17-18. Ο Ιησούς μιλούσε για την σχέση του με τον Θεό-Πατέρα, σαν να ήταν ίσος προς ίσον. Και αυτό σάστισε τους συμπατριώτες Του. Ο Ιησούς λοιπόν επί της γης, εκτός από Υιός του ανθρώπου, ήταν και ο Υιός του Θεού, κάτι που τον έκανε ίσο με τον Θεό. Αυτό κατανόησαν οι Ιουδαίοι της εποχής του, και δεν τους διόρθωσε.  Αντιθέτως οι διευκρινήσεις που έδωσε, επιβεβαίωσαν ακόμη περισσότερο την θεότητά Του: «Ο Ιησούς λοιπόν, αποκρίθηκε και τους είπε: Σας διαβεβαιώνω απόλυτα. Δεν μπορεί ο Υιός να κάνει τίποτε από μόνος του, αν δεν βλέπει τον Πατέρα να το κάνει αυτό, επειδή όσα κάνει εκείνος, αυτά, παρόμοια, κάνει και ο Υιός» Ιωάννης 5:19. Ουσιαστικά ο Ιησούς είπε ότι δεν ενεργεί αυθαίρετα, αλλά σε απόλυτη συνεργασία με τον Πατέρα Του. Δεν κάνει τίποτε αν δεν βλέπει τον Πατέρα να το κάνει αυτό. Συνεπώς και η στάση του προς το Σάββατο, εκφράζει την στάση και του Πατέρα Του. Αφού ο Πατέρας εργάζεται, κι ο Υιός εργάζεται το Σάββατο. Αυτό δείχνει την ίση εξουσία που έχει ο Ιησούς με τον Θεό Πατέρα. Και μάλιστα ο Ιησούς διαβεβαιώνει ότι έχει τις ίδιες θείες ιδιότητες με τον Πατέρα όταν λέει: «Όσα κάνει εκείνος, αυτά παρόμοια κάνει και ο Υιός»! Αυτά ασφαλώς δεν μπορεί ούτε να τα πει, αλλά ούτε να τα κάνει ένας άνθρωπος! Και μάλιστα ο Ιησούς μιλάει σε ενεστώτα διαρκείας, αποκαλύπτοντας ότι τον καιρό που ήταν άνθρωπος, είχε ταυτόχρονα τις θείες ιδιότητες, δηλαδή ήταν και Θεός! Αν δεν τις είχε τις ιδιότητες την ώρα που μιλούσε, θα χρησιμοποιούσε είτε σε αόριστο χρόνο για να δείξει ότι τις είχε στο παρελθόν, είτε σε μέλλοντα, για να δείξει ότι θα τις έχει στο μέλλον.
Ο Ιησούς επίσης διακήρυξε την θεότητά Του όταν είπε: «Κι εγώ δίνω σ’ αυτά [τα πρόβατά μου] αιώνια ζωή, και δεν θα χαθούν στον αιώνα, και κανένας δεν θα τα αρπάξει από το χέρι μου. Ο Πατέρας μου, ο οποίος μου τα έδωσε, είναι μεγαλύτερος από όλους, και κανένας δεν μπορεί να τα αρπάξει από το χέρι του Πατέρα μου. Εγώ και ο Πατέρας είμαστε ΕΝΑ» Ιωάννης 10:28-30.  Διδάσκαλοι πλάνης λένε ότι εδώ ο Ιησούς εννοούσε ότι είναι ένα με τον Θεό Πατέρα Του στον σκοπό κι ότι απλώς είχε πνευματική ενότητα όπως έχουμε κι εμείς με τον Θεό. Όμως πλανούνται πλάνην οικτράν! Ο Ιησούς διακηρύττει εδώ την ίδια δύναμη και εξουσία που έχει ο Θεός Πατέρας όσον αφορά την προστασία των προβάτων Του. Λέει ότι, «κανένας δεν θα τα αρπάξει από το χέρι μου… και κανένας δεν μπορεί να τα αρπάξει από το χέρι του Πατέρα μου». Δηλαδή είτε το χέρι του Υιού είναι, είτε το χέρι του Πατέρα, η ΙΔΙΑ παντοδυναμία κρύβεται από πίσω! Και αμέσως μετά λέει ο Κύριος ότι, «Εγώ και ο Πατέρας είμαστε ένα». Ο Υιός και ο Πατέρας είναι ΕΝΑ στην θεία φύση, είναι ΕΝΑ στην δύναμη, είναι ΕΝΑ στην εξουσία.
Και η αντίδραση των Ιουδαίων το αποδεικνύει αυτό: «Οι Ιουδαίοι έπιασαν πάλι πέτρες, για να τον λιθοβολήσουν. Ο Ιησούς αποκρίθηκε σε αυτούς: «Πολλά καλά έργα από τον Πατέρα μου έδειξα σε σας, για ποιο έργο απ’ αυτά με λιθοβολείτε; Οι Ιουδαίοι αποκρίθηκαν σ’ αυτόν, λέγοντας. Για καλό έργο δεν σε λιθοβολούμε, αλλά για βλασφημία, κι επειδή εσύ, ενώ είσαι άνθρωπος κάνεις τον εαυτό σου Θεό» Ιωάν. 10: 31-33.  Οι Ιουδαίοι προφανώς δεν θα θέλανε να τον λιθοβολήσουν αν εννοούσε την πνευματική ενότητα με τον Πατέρα Του. Οι Ιουδαίοι κατάλαβαν ότι ο Ιησούς εννοούσε ότι είναι Θεός! Με το «Εγώ και ο Πατέρας είμαστε Ένα» ο Ιησούς διακήρυξε την θεότητά Του.

ο Απόστολος Θωμάς αναγνώρισε την διπλή φύση του Ιησού και του είπε: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου» Ιωάν. 20:28. Αντίθετα με τα ψεύδη των Μαρτύρων του Ιεχωβά, ο Ιησούς αποκαλείται Θεός με το οριστικό άρθρο «Ο» μπροστά! Ο Ιησούς που πίστευαν οι μαθητές ήταν ο Κύριός τους και ο Θεός τους, ακόμη κι όταν είχε το ανθρώπινο σχήμα πάνω στην Γη.
Γι’ αυτό ο απόστολος Παύλος μας προειδοποιεί: «Βλέπετε μη σας εξαπατήσει κάποιος διαμέσου της φιλοσοφίας και της μάταιης απάτης, σύμφωνα με την παράδοση των ανθρώπων, σύμφωνα με τα στοιχεία του κόσμου, και όχι σύμφωνα με τον Χριστό. Επειδή, μέσα σ’ αυτόν κατοικεί ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΠΛΗΡΩΜΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΗΤΑΣ ΣΩΜΑΤΙΚΑ» Κολ. 2:8-9. Μην πλανιέστε με φιλοσοφικές αναλύσεις του προσώπου του Ιησού. Αυτός ενώ είναι τέλειος άνθρωπος, ταυτόχρονα είναι ΤΕΛΕΙΟΣ ΘΕΟΣ, διότι σ’ αυτόν κατοικεί όλο το πλήρωμα της θεότητας σωματικά.

Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά   Δεν ομολογούν οτι ο αληθινός Θεός μας είναι όχι ΕΝΑ αλλά ΤΡΙΑ πρόσωπα    Πατήρ  Υιός και Άγιο Πνεύμα.  Ο Πατήρ γεννά τον Υιό εξω απ' το χρόνο προαιώνιος, εκπορεύεται το Πνεύμα εξω απ' το χρόνο προαιώνιος. Και ο Χριστός ως γέννημα του Πατρός είναι της αυτής φύσεως και ουσίας με τον Πάτερα. Και το Πνευμα το Άγιο που εκπορεύεται εκ του Πατρός  είναι της αυτής φύσεως με τον Πατέρα. Θεός ο Πατήρ, Θεός  ο Υιός, Θεός και το Άγιο Πνεύμα.  Αλλα αυτοί οι τρεις είναι Μια ουσία και είναι ΕΝΑΣ Θεός. Και κάθε πρόσωπο είναι ολόκληρη η ουσία.  Δηλαδή ΓΙΑΧΒΕ ο Πάτερας ΓΙΑΧΒΕ ο Υιός ΓΙΑΧΒΕ το Άγιο Πνεύμα.

ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΠΑΡΑΔΟΞΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΙΗ ΚΑΙ ΙΘ ΤΗΣ ΓΕΝΕΣΕΩΣ

   Κατά το 18 κεφ. τής Γενέσεωςστίχ.1 ο Θεός (Ο΄) ή Γιαχβέ (Μασ. - יְהוָ֔ה) ενεφανίσθη εις τον Αβραάμ παρά την δρυν Μαμβρή. Υψώσας δε ο Αβραάμ τούς οφθαλμούς του παραδόξως είδε ΤΡΕΙΣ άνδρες. Παραδόξως πάλι και κατά θεία προφανώς παρόρμηση, εις τον στίχ.3, τούς προσφωνεί σε ενικό δια τού ‘Κύριε’ (Adonai - אֲדֹנָ֗י), ενώ εις τούς αμέσως επομένους στίχ.4 και 5 ομιλεί προς αυτούς σε πληθυντικό (‘νίψατε τούς πόδας σας’, ‘αναπαύθητε’, ‘στηρίξατε την καρδίαν σας’, ‘θέλετε παρέλθει’, ‘επεράσατε’).

   Άξιον παρατηρήσεως επίσης ότι, ενώ εις τον στίχ.3 ο Αβραάμ εμφανίζει τον εαυτό του ως δούλο ΕΝΟΣ (‘τον δούλο σου’ – Εβρ. עַבְדֶּֽךָ  ebedka), εις τον στίχ.5 εμφανίζει τον εαυτό του ως δούλο ΤΡΙΩΝ (‘τον δούλο σας’ – Εβρ. עַבְדְּכֶ֑ם   ebedkim). Οι τρεις ομιλούν συγχρόνως και λέγουν τα αυτά, ως εξ ενός στόματος, κάτι που φανερώνει την απόλυτη ενότητα Ενεργείας και Θελήματος μεταξύ τών υψηλών επισκεπτών τού Αβραάμ. Η ενότητα δε αυτή είναι η υπαρκτική (οντολογική) έκφραση τής απόλυτης αγάπης, τής κοινωνίας αγάπης που συνδέει αυτά τα τρία πρόσωπα. Και εις μεν τον στίχ.5το κείμενο γράφει κανονικώς ‘είπον’ (Eβρ. וַיֹּ֣אמְר֔וּ - way·yō·mə·rū), σε πληθυντικό δηλαδή, ως τρεις που ήσαν, εις δε τούς στίχ.10,13,15,17,20 γράφει παραδόξως ‘είπε’ (Εβρ. וַיֹּ֗אמֶר - way·yō·mer), σε ενικό δηλαδή, ως να ήτο ΕΝΑΣ

   Άξιον επίσης προσοχής, ότι αλλού το κείμενο γράφει ‘είπε Κύριος’ (Εβρ, וַיֹּ֥אמֶר    יְהוָ֖ה way·yō·mer Yah·weh) και αλλού απλώς ‘είπε’ (Εβρ. וַיֹּ֗אמֶר - way·yō·mer), χωρίς δηλαδή να καθορίζει υποκείμενο, κάτι αρκετά παράδοξο, διότι κανονικώς γεννάται το ερώτημα: ποιος από τούς τρεις ‘είπε; Γενικώς εις τις εκδηλώσεις τών υψηλών επισκεπτών τού Αβραάμ και εις τις εκδηλώσεις αυτού απέναντι αυτών παρουσιάζεται η ενότητα, συγχρόνως δε και η ισοτιμία τών τριών θείων προσώπων!

   Αφού οι τρεις άνδρες εφιλοξενήθησαν από τον Αβραάμ, ανεχώρησαν προς τα Σόδομα. Τότε, κατά τούς στίχ.20-21 (Εβρ.), ο Γιαχβέ είπε «Η κραυγή τών Σοδόμων και τών Γομόρρων επληθύνθη και η αμαρτία αυτών βαρεία σφόδρα. Θέλω λοιπόν καταβή, και θέλω ιδεί αν έπραξαν ολοκλήρως κατά την κραυγήν την ερχομένη προς εμέ, και θέλω γνωρίσει εάν ουχί». Κατ’αυτόν τον λόγο ο Γιαχβέ, μετά την εμφάνισή Του εις τον Αβραάμ, θα κατέβαινε εις τις αμαρτωλές πόλεις, για να δει προσωπικώς και ‘ιδίοις όμμασιν’ (‘Θέλω καταβή’) και να διαπιστώσει την ηθική αυτών κατάσταση. Παρά τον λόγο όμως τού Γιαχβέ περί προσωπικής καταβάσεως Αυτού εις τα Σόδομα, το κείμενο λέει, ότι ο Αβραάμ εξακολουθούσε να στέκεται ενώπιον τού Γιαχβέ και να συνομιλεί μαζί Του μεσιτεύων υπέρ σωτηρίας τών Σοδόμων (στίχ.22)!  

   Μετά απ’αυτό έφυγε ο Γιαχβέ (στίχ.33). Η δε Σκοπιά εις το σημείο αυτό, περί προσωπικής δηλαδή καταβάσεως τού Γιαχβέ  εις τα Σόδομα, δίδει την εξής τραγελαφική εξήγηση: «Θα μπορούσε ο Κύριος να «καταβή απ’ ουρανού», όπως δηλώνει το 1 Θες. 4:16, χωρίς να είναι ορατός στα φυσικά μας μάτια; Στις ημέρες τών αρχαίων Σοδόμων και Γομόρρων, ο Ιεχωβά είπε, θέλω λοιπόν καταβή και θέλω ιδεί αυτό που έκαναν οι άνθρωποι. (Γέν. 18:21) Αλλά όταν ο Ιεχωβά έκανε αυτόν τον έλεγχοκανένας άνθρωπος δεν τον είδεαν και είδε τους αγγελικούς αντιπροσώπους που έστειλε» (Πώς να Συζητάτε Λογικά από τις Γραφέςέκδ.1987σελ.98 η υπογράμμιση δική μας)

   Εις δε τα Σόδομα, κατά το 19:1, από τούς τρεις άνδρες πήγαν μόνο οι δύο, οι οποίοι ονομάζονται και άγγελοι, εις δε τον στίχ.13 εμφανίζονται ως απεσταλμένοι τού Γιαχβέ. Από αυτό προκύπτει η εξής απορία: Δεν κατέβηκε ο Γιαχβέ προσωπικώς και αισθητώς εις τα Σόδομαόπως είπε εις τον Αβραάμ; Η απάντηση είναι θετική. Πράγματι, ο Γιαχβέ κατέβηκε εις τα Σόδομα προσωπικώς και αισθητώς εις το πρόσωπο τών δύο ανδρών – αγγέλων. Οι δύο κατά τα πρόσωπα, κατά την ουσία είναι ο ΕΝΑΣ ΚΑΙ Ο ΑΥΤΟΣ ΓΙΑΧΒΕ, όπως μαρτυράει και ο στίχ.16 «διότι εσπλαχνίσθη αυτόν ο Κύριος» όπου ως Κύριος εδώ εννοούνται ειδικώς οι δύο απεσταλμένοι!

  Όπως το κεφ.18 περί τών επισκεπτών τού Αβραάμ είναι γεμάτο από παράδοξα, έτσι και το κεφ.19 περί τών επισκεπτών τού Λωτ. Όπως οι τρεις παρουσιάζονται ταυτοχρόνως ωςΕΝΑΣ Κύριος, έτσι και οι δύο. Κατ’αρχάς ο Λωτ, εις τον στίχ.2, προσφωνεί τούς δύο άντρες κανονικώς σε πληθυντικό δια τού ‘κύριοι’, έπειτα εις τον στίχ.18 παραδόξως και κατά θεία προφανώς παρόρμηση τούς προσφωνεί σε ενικό δια τού ‘Κύριε’. Παραθέτουμε αυτόν μετά τού επομένου στίχου: «Και είπεν ο Λωτ προς αυτούς, Μη παρακαλώ, Κύριε. Ιδού ο δούλος σου εύρηκε χάριν ενώπιόν σου, και μεγάλυνας το έλεός σου, το οποίονέκανες προς εμέ...» (Εβρ.).

    Ρητώς λέγει το κείμενο, ότι ο Λωτ απευθύνθηκε προς ‘αυτούς’, δηλαδή όχι προς τον έναν, αλλά προς τούς δύο άντρες, όπως άλλωστε ήτο φυσικό. Και το ότι ο Λωτ προσεφώνησε ‘αυτούς’ δια τού ενικού ‘Κύριε’ καθίσταται αναμφισβήτητο από τις φράσεις ‘ο δούλος σου’, ‘ενώπιόν σου’, ‘το έλεός σου’, ‘έκανες’. Περισσότερο δε τούτο καθίσταται αναμφισβήτητο από τον στίχ.21, ο οποίος ανταποκρίνεται προς τον στίχ.18. Μετά την παράκληση τού Λωτ προς τούς δύο άντρες (ή προς τον Κύριο), στίχ.18-20, η απάντησή τους (δηλ. τού Κυρίου) αναφέρεται εις τον στίχ.21 (Εβρ.): «Και είπε προς αυτόν ο Κύριος, Ιδού, επήκουσά σου και εις το πράγμα τούτο, να μην καταστρέψω την πόλιν, περί τής οποίας ελάλησας». Δεν γράφει ‘Και είπον’, οπότε ως υποκείμενο θα εξυπακούετο ‘αυτοί’ (οι δύο άνδρες), αλλά ‘Και είπε’, οπότε ως υποκείμενο εξυπακούεται το ‘Κύριος’, δια τού οποίου ακριβώς ο Λωτ προσεφώνησε τούς δύο άνδρες.  

   Κατά παρόμοιο επίσης τρόπο εις τον στίχ.17 γράφει (Εβρ.): «Και ότε εξήγαγον (ενν. οι δύο άνδρες) αυτούς έξωείπεν ο Κύριος, Διάσωσον την ζωήν σου...». Μετά το ‘εξήγαγον’ κανονικώς έπρεπε το κείμενο να γράφει ‘είπον’, αφού ουσιστικώς και εις τα δύο ρήματα το υποκείμενο είναι το ίδιο. Αλλά εγράφη ‘είπε’, διότι οι δύο είναι ο Κύριος. Το ίδιο δε συναντούμε και εις τον στίχ.16 (Εβρ.) όπου ως Κύριος ή Γιαχβέ(יְהוָ֖ה), ο οποίος εσπλαχνίσθη τον Λωτ, νοούνται ειδικώς οι δύο άνδρες: «Επειδή δε εβράδυνεν, οι άνδρες πιάσαντες την χείρα αυτού, και την χείρα τής γυναικός αυτού, και τας χείρας τών δύο θυγατέρων αυτού(διότι εσπλαγχνίσθη αυτόν ο Κύριος -יְהוָ֖ה), εξήγαγον αυτόν, και έθεσαν αυτόν έξω τής πόλεως». Οπωσδήποτε οι δύο είναι κατ’ουσίαν ΕΝΑΣ Κύριος.

          Η ΟΡΘΗ ΕΞΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΞΟΥ ΦΡΑΣΕΩΣ ‘ΚΥΡΙΟΣ ΠΑΡΑ ΚΥΡΙΟΥ

   Κατόπιν τής λεπτομερούς εξετάσεως των δύο πλέον παραδόξων κεφαλαίων τής Γραφής, το πρόβλημα τού Γεν. 19:24 (Εβρ.) «Και έβρεξεν ο Κύριος επί τα Σόδομα και Γόμορρα θείον και πυρ παρά Κυρίου εκ τού ουρανού» δεν λύνεται με τον τρόπο που προτείνουν οι Μάρτυρες τού Ιεχωβά, ότι δήθεν πρόκειται περί Εβραϊσμού αναζητώντες εναγωνίως παρεμφερή χωρία (π.χ. Γεν. 4:22-23Κριτ. 4:4-5Α΄ Βασ. 1:338:19:110:1312:21, κατά το Εβρ.), αλλά λύνεται ως εξής:

   Δια τού πρώτου ‘Κύριος’ (Γιαχβέ) εννοείται το ΑΜΕΣΟΝ ΑΙΤΙΟΝ τής καταστροφής τών Σοδόμων, δηλαδή οι δύο άνδρες ή άγγελοι (αγγελιοφόροι, απεσταλμένοι), ΕΝΑΣ κατ’ουσίαν ΚΥΡΙΟΣ. Δια δε τού δευτέρου ‘Κύριος’ (Γιαχβέ) εννοείται το ΑΠΩΤΑΤΟΝ ΑΙΤΙΟΝ τής καταστροφής, δηλαδή ο τρίτος τών ανδρών, από τού οποίου οι δύο είχαν αποχωρισθεί. Και υπό μεν τις μορφές τών δύο ανδρών ήσαν ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα, υπό δε την μορφήν τού τρίτου ο Πατήρ. Ο Πατήρ απέστειλε τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα, και αυτοί έβρεξαν πυρ και θείον ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΑΥΤΟΥ (‘παρά Κυρίου’) ή αλλιώς, εξετέλεσαν την απόφασή Αυτού. Οπότε αγαπητοί Μάρτυρες τού Ιεχωβά, αδίκως ψάχνετε εις την Παλαιά Διαθήκη προς ανεύρεσιν αντιστοίχων χωρίων για να αποφύγετε τον σκόπελο τών ‘δύο Κυρίων’, με απώτερο βεβαίως σκοπό να δικαιώσετε την Σκοπιά, διότι το μοναδικό χωρίο που είναι το ακριβώς αντίστοιχο τού Γεν. 19:24 δεν ευρίσκεται εις την Παλαιά αλλά εις την Καινή Διαθήκη.

    Οι Μάρτυρες τού Ιεχωβά θεωρούν το επίμαχο χωρίο τής Γενέσεως ως Εβραϊσμό, ότι θέλει δηλαδή η Γραφή να τονίσει, ότι ο Θεός έβρεξε εξ Εαυτού, δια τής αμέσου δηλαδή δυνάμεώς Του και όχι δια τού συνήθους τρόπου τής φύσεως. Αλλά εις αυτήν την περίπτωση ή η φράσις ‘παρά Κυρίου’ ή η φράσις ‘έβρεξεν ο Κύριος’ θα περίττευε, δεδομένου ότι βροχή πυρός και θείου ‘εξ ουρανού’ είναι αδύνατον να προκληθεί κατά τον συνήθη τρόπο τής φύσεως. Εάν το χωρίο έλεγε απλώς ‘Και Κύριος έβρεξεν επί Σόδομα και Γόμορρα θείον και πυρ εξ ουρανού’ ή ‘Και έπεσεν επί Σόδομα και Γόμορρα θείον και πυρ παρά Κυρίου εξ ουρανού’, τούτο θα αρκούσε για να δείξει το εντελώς έκτακτον και την εκ Θεού προέλευση τής καταστροφής. Θα αρκούσε δε και το ακόμη απλούστερον ‘Και έπεσεν επί Σόδομα και Γόμορρα θείον και πυρ εξ ουρανού’.

   Άλλωστε και εις άλλα σημεία η Γραφή κάνει λόγο περί θαυματουργικής πτώσεως πυρός, θείου και χαλάζης εκ τού ουρανού προς παραδειγματική τιμωρία ανθρώπων ή για άλλο σκοπό, χωρίς να χρησιμοποιείται η εν λόγω περίεργη διατύπωση. Πρβλ. Έξοδ. 9:23«...ο Κύριος έπεμψε βροντάς και χάλαζαν επί την γην τής Αιγύπτου», Α΄ Βασ(Γ΄ Βασ.Ο΄18:38 «Τότε έπεσε πυρ παρά Κυρίου, και κατέφαγε το ολοκαύτωμα...», Β΄ Βασ(Δ΄ ΒασΟ΄1:10,12,14 «...κατέβη πυρ εξ ουρανού, και κατέφαγε αυτόν...», Β΄ Χρον(Β΄ ΠαρΟ΄7:1 «...κατέβη το πυρ εξ ουρανού, και κατέφαγε τα ολοκαυτώματα...», Β΄ Μακ. 2:10 «Καθώς και Μωυσής προσηύξατο προς Κύριον, και κατέβη πυρ εξ ουρανούκαι τα τής θυσίς εδαπάνησεν, ούτως και Σαλωμών προσηύξατο, και καταβάν το πυρ ανήκωσε τα ολοκαυτώματα», Ιεζ. 38:22 «...και θέλω βρέξει επ’ αυτόν...βροχήν κατακλυσμού, και λίθους χαλάζης, πυρ και θείον».

   Όπως μόλις διεπιστώσαμε εις παρεμφερείς διατυπώσεις, εις καμίαν δεν αναφέρει, ότι η καταστροφή ή η πτώση πυρός και θείου έγινε συμφώνως προς την παράδοξη διατύπωση τού Γεν. 19:24.

    Εις το σημείο αυτό πρέπει να τονίσουμε, ότι τέτοιου είδους παράδοξα, αλλά και τόσα πολλά, όπως αυτά εις τα κεφ.18 και 19 τής Γενέσεως, είναι ανθρωπίνως αδιανόητα και ανεπινόητα. Όταν τα τρία πρόσωπα παρουσιάζονται ισότιμα, και εις τον ίδιο στίχο συναντάται η παράδοξος εναλλαγή πληθυντικού και ενικού (‘αυτούς’, ‘Κύριε’), κι αυτό το παράδοξο να επιβεβαιώνεται από τούς επομένους στίχους, τότε η υπόθεση, ότι οι δύο άγγελοι ήσαν απλώς συνοδοί τού Γιαχβέ ή ότι επρόκειτο περί τριών κατά φύσιν αγγέλων, εκτός τού ότι είναι αυθαίρετος, δεν εξηγεί και τίποτα από τα παραπάνω παράδοξα. Τέτοια παράδοξα αποδεικνύονται από μόνα τους θεόπνευστα.

     Είπαμε ανωτέρω να μην ψάχνουν οι Μάρτυρες τού Ιεχωβά αδίκως εις την Παλαιά Διαθήκη να βρουν παρομοία έκφραση, διότι η αντίστοιχή της είναι εις την Καινή Διαθήκη εις την Β΄ Τιμ. 1:18 «Δώη αυτώ ο Κύριος ευρείν έλεος παρά Κυρίου εν εκείνη τη ημέρα».

    Διετυπώθη και εδώ η άποψη ότι πρόκειται περί Εβραϊσμού, συμφώνως προς τον οποίον ο Απόστολος επαναλαμβάνει το όνομα ‘Κύριος’ όπου εμείς θα θέταμε αντωνυμία και άρα δεν πρόκειται περί διακρίσεως προσώπων τής Θεότητος. Αλλά αυτή η εξήγηση αγνοεί το προηγούμενο τής εκφράσεως εις την Γένεση, όπου όπως απεδείχθη, πρόκειται πράγματι περί διακρίσεως προσώπων. Κατά την υπόθεση αυτή το νόημα τού χωρίου είναι: «Είθε ο Κύριος να δώσει εις τον Ονησιφόρο να εύρη έλεος παρ’ εαυτού». Αλλά εδώ γεννάται το ερώτημα: «παρά τίνος άλλου θα μπορούσε να εύρη έλεος, μάλιστα κατά την ημέρα τής Δευτέρας Παρουσίας, ώστε να δικαιολογείται η πρόσθετος έννοια παρ’ εαυτού»; Άλλωστε η έννοια, ότι το έλεος δίδεται υπό τού Κυρίου, περιέχεται εις τον προηγούμενο στίχο κατά τρόπο απλό: «Δώη έλεος ο Κύριος τω Ονησιφόρω οίκω», και δεν ήταν ανάγκη να επαναληφθεί κατά τρόπο δύσκολο. Αν η εξήγηση αυτή ήτο ορθή, εις τον στίχ.18 θα αρκούσε να εγράφετο: «Δώη αυτώ ο Κύριος ευρείν έλεος εν εκείνη τη ημέρα». 

    Η ορθή εξήγηση είναι, ότι την έκφραση ‘ο Κύριος παρά Κυρίου’ την χρησιμοποιεί ο Απόστολος, επειδή έχει εις τον νου του την διάκριση μεταξύ Χριστού και Θεού Πατρός. Υπέρ αυτής τής διακρίσεως συνηγορεί και η διαφορά ως προς το άρθρο «ο Κύριος(ενάρθρωςπαρά Κυρίου (ανάρθρως)». Αλλά ενώ οι περισσότεροι ερμηνευτές συμφωνούν προς την γνώμη περί διακρίσεως προσώπων, κατά τον καθορισμό τού ‘Κυρίου’ εις κάθε μία από τις περιπτώσεις υπάρχει διαφωνία. Κατά την μία άποψη ‘ο Κύριος είναι ο Θεός, και εις την δεύτερη περίπτωση, ‘παρά Κυρίου’, ‘Κύριος’ είναι ο Χριστός ως κριτής. Αντιθέτως κατά την άλλη άποψη, ‘ο Κύριος’ είναι ο Χριστός ως μεσίτης υπέρ τών ανθρώπων παρά τω Πατρί (Ματθ. 10:32-33), οπότε ‘Κύριος’ εις την δεύτερη περίπτωση είναι ο Θεός.

   Τασσόμεθα υπέρ τής τελευταίας αυτής απόψεως, όχι μόνον διότι τον Χριστό η Εκκλησία τον αισθάνεται περισσότερο ως μεσίτη  παρά ως κριτή, αλλά καθ’ ημάς και για ακόμη δύο λόγους. Το έναρθρον ‘ο Κύριος’ ταιριάζει περισσότερο εις τον Χριστό ως προσιτό και οικείο εις τον άνθρωπο και ως πρόσωπο τού οποίου πάντες, λόγω τής ενανθρωπίσεως, έχουμε μέσα εις την ψυχή μας κάποια συγκεκριμένη παράσταση (Ιωάν. 20:2025 «χάρησαν ον ο μαθητα δόντες τν Κύριον...εωράκαμεν τον Κύριον», 21:7 «Σίμων ον Πέτροςκούσας τι  Κύριός στι...»), ενώ το άναρθρον ‘Κύριος’ ταιριάζει περισσότερο εις τον αόρατο και απρόσιτο Θεό.

  Επίσης, λόγω τού προηγουμένου λόγου ακριβώς, εις την Καινή Διαθήκη το έναρθρον ‘οΚύριος’ ως επί το πλείστον χρησιμοποιείται επί τού Χριστού. Αλλά ασχέτως προς την μία ή την άλλη άποψη, αφού εις το Αποστολικό χωρίο πρόκειται για ΤΗΝ ΙΔΙΑ Εβραϊκή έκφραση που απαντάται και εις το Γεν. 19:24, εις την οποίαν και τα δύο ‘Κύριος’ είναιΓιαχβέ, είτε εις την μία περίπτωση είτε εις την άλλη ο Κύριος Ιησούς Χριστός τού Αποστολικού χωρίου είναι Γιαχβέ!

   Η ΤΡΙΑΔΙΚΟΤΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

   1-2) «Ο δε Κύριος κατευθύναι υμών τας καρδίας εις την αγάπην τού Θεού και εις την υπομονήν τού Χριστού» (Β΄ Θεσ. 3:5) και «Υμάς δε ο Κύριος πλεονάσαι και περισσεύσαι τη αγάπη εις αλλήλους και εις πάντας, καθάπερ και ημείς εις ημάς, εις το στηρίξαι υμών τας καρδίας αμέμπτους εν αγιωσύνη έμπροσθεν τού Θεού και πατρός ημών εν τη παρουσία τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού μετά τών αγίων αυτού» (Α΄ Θεσ. 3:12-13) δηλαδή «Εις εσάς δε ο Κύριος είθε να δώσει να έχετε πλουσίως και με το παραπάνω την αγάπη μεταξύ σας και προς όλους, όπως και εμείς έχουμε προς εσάς. Έτσι θα σάς κάνει να σταθείτε άμεμπτοι με αγιωσύνη μπροστά εις τον Θεό και πατέρα μας κατά την παρουσία τού Κυρίου μας Ιησού Χριστού μαζί με όλους τούς αγίου Του». Εις τα καταπληκτικά τούτα χωρία αναφέρεται ένας ‘Κύριος’, ο Οποίος κατευθύνει τούς πιστούς εις την αγάπη τού ‘Θεού’ (Πατέρα) και εις την υπομονή τού ‘Χριστού’! Ποιος άραγε να είναι Aυτός ο συγκεκριμένος Κύριος; Ας δούμε τί λέει το Ιερό Κείμενο επ’ αυτού:

3) «Ηνίκα δ’ αν επιστρέψη προς Κύριον, περιαιρείται το κάλυμμα. 17. Ο δε Κύριος το Πνεύμά εστιν· ού δε το Πνεύμα Κυρίου, εκεί ελευθερία» (Β΄ Κορ. 3:16-17) δηλαδή «Αλλά όταν ο άπιστος Ιουδαίος (επι)στρέψει προς τον Κύριο, τότε αφαιρείται το κάλυμμα. Ο δε Κύριος (σ’ αυτήν την περίπτωση) είναι το Πνεύμα. Όπου δε είναι το Πνεύμα τού Κυρίου (τού Θεού Πατρός), εκεί είναι ελευθερία».
   Ρητώς εις το ανωτέρω χωρίο αναφέρεται, ότι το Πνεύμα είναι ‘ο Κύριος’. Το δε ‘Κύριος’ τούτο εις την Έξοδ. 34:34, απ’ όπου αντλείται η φρασεολογία τού χωρίου υπό τού Αποστόλου, εις τα Εβραϊκά είναι ‘Γιαχβέ’! Παραδόξως όμως, κατά μεν το Β΄ Κορ. 3:17 ο Παράκλητος είναι ‘το Πνεύμα Κυρίου’, κατά δε τον προηγούμενο στίχ.16 είναι αυτός ο Κύριος’! Πράγματι, ως πρόσωπο ο Παράκλητος είναι ‘το Πνεύμα Κυρίου’, δηλαδή το Πνεύμα τού Γιαχβέ Πατρός, και ταυτοχρόνως ως ουσία είναι ‘ο Κύριος’, ο Γιαχβέ, διότι είναι η όλη Θεία ουσία, ο όλος Θεός!
   Άξιον δε ιδιαιτέρας παρατηρήσεως είναι και το γεγονός ότι η Σκοπιά, επί 62 ολόκληρα έτη (1950 έως σήμερα!!!) δεν έχει τολμήσει σε ΚΑΜΙΑ ΕΚΔΟΣΗ να σχολιάσει τα δύο επίμαχα χωρία (Α΄ Θεσ. 3:12-13 και Β΄ Θεσ. 3:5) και να εξηγήσει εις τούς αναγνώστες περί τής ταυτότητος τού συγκεκριμένου ‘Κυρίου’! ΤΥΧΑΙΟ;;;

4) «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα τού Πατρός και τού Υιού και τού Αγίου Πνεύματος» (Ματθ. 28:19).

   Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα από τα κλασικότερα Τριαδικά χωρία τής Καινής Διαθήκης. Ερωτούμε λοιπόν τούς Μάρτυρες τού Ιεχωβά: Εφόσον το όνομα τού Πατρός (κατ’ αυτούς) είναι Ιεχωβά, το όνομα τού Υιού είναι Ιησούς (Λουκ. 1:31, 2:21) και το όνομα τού Αγίου Πνεύματος (κατά την Γραφή) είναι Παράκλητος (Ιωάν. 14:16, 26, 15:26, 16:7), κι εφόσον οι επιτελούντες την βάπτιση είναι τρεις, (ή κατ’ άλλην διατύπωση ο πιστός βαπτίζεται εις τρία τινά Πατέρα - Υιό - Άγιον Πνεύμα), μπορούν οι ακόλουθοι τής Εταιρίας Σκοπιά να μάς εξηγήσουν, γιατί ο Χριστός χρησιμοποίησε την λέξη ‘όνομα’ εις τον ενικό αριθμό και δεν είπε: «εις τα ονόματα τού Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος»; Κι εφόσον το Άγιον Πνεύμα (κατά τούς Μάρτυρες τού Ιεχωβά) δεν είναι πρόσωπο, αλλά δύναμη όπως ο ηλεκτρισμός, πώς είναι δυνατόν να συντάσσεται και να τίθεται παραλλήλως προς πρόσωπα, αλλά και πώς είναι δυνατόν οι άνθρωποι να βαπτίζονται σε πρόσωπα και σε απρόσωπες δυνάμεις ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΩΣ, όπως ισχυρίζεται ‘ο δούλος’ εις την Σκοπιά, 15.01.1989, σελ.12, παρ.12-14 καθώς και εις την Σκοπιά, 15.01.1992, σελ.21-22;
   Κατά την Σκοπιά, δηλαδή, βαπτιζόμεθα εις πρόσωπα και εις απρόσωπες δυνάμεις ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΩΣ!!! Το ‘ευαγγέλιο’ τού Μπρούκλιν εις όλον του το μεγαλείο, που όμως, κατά τον Απόστολο Παύλο, τέτοιοι κήρυκες υπάγονται εις ΑΝΑΘΕΜΑ! (Γαλ. α:8) Κατά την Εκκλησία τού Χριστού, το συγκεκριμένο αινιγματικό χωρίο (Ματθ. 28:19) έχει την εξής εξήγηση: Τα τρία πρόσωπα που αναφέρονται (Πατήρ - Υιός - Άγιον Πνεύμα), είναι ΕΝΑ κατ’ ουσίαν ‘όνομα’, ΜΙΑ δηλαδή ουσία, ΕΝΑΣ Θεός.

5) Και το ότι τα τρία αυτά πρόσωπα τής Θεότητος έχουν ΕΝΑ όνομα, φαίνεται από το παραδοξότατο και καταπληκτικότατο χωρίο τής Αποκ. 22:3-4 που λέει τα εξής: «...ο θρόνος (αντί ‘οι θρόνοι’) τού Θεού και τού αρνίου εν αυτή έσται (αντί ‘έσονται’), και οι δούλοι αυτού (αντί ‘αυτών’) λατρεύσουσιν αυτώ (αντί ‘αυτοίς’) και όψονται το πρόσωπον αυτού (αντί ‘τα πρόσωπα αυτών’), και το όνομα αυτού (αντί ‘τα ονόματα αυτών’) επί τών μετώπων αυτών». Δηλαδή «...ο θρόνος τού Θεού και τού Αρνίου θα είναι σ’ αυτή (την πόλη), και οι δούλου αυτού (τού Θεού και τού Αρνίου) θα λατρεύουν αυτόν, και θα βλέπουν το πρόσωπό του (την μορφή του), και το όνομά του θα είναι στα μέτωπά τους» Συμφώνως προς το ανωτέρω συντακτικώς ‘αλλόκοτο’ χωρίο, ‘ο Θεός’ και το ‘το Αρνίον’ είναι κατ’ ουσίαν ΕΝΑΣ Θεός και έχουν ΕΝΑ όνομα, γι’ αυτό δε τον λόγο, ενώ τα υποκείμενα τής προτάσεως είναι ΔΥΟ (‘Θεός’ και ‘Αρνίον’) όλα τα ρήματα, τα ουσιαστικά και οι αντωνυμίες αναφέρονται εις Ενικό και όχι εις Πληθυντικό αριθμό! Το μυστήριο τού Τριαδικού Θεού έχει καταργήσει πάσαν έννοια συντακτικού.








Σάββατο, 17 Μαΐου 2014

Το μυστήριο της Ιεροσύνης


                                                         



Η αξία του μυστηρίου
Η Ιεροσύνη είναι το μυστήριο εκείνο, το οποίο είναι ενταγμένο στη θεία Λειτουργία, δηλαδή ιερουργείται κατά την τέλεση της θείας Λειτουργίας και σε διάφορες στιγμές της, κατά το βαθμό της Ιεροσύνης, στον οποίο προάγεται ο χειροτονούμενος. Κατά την ώρα εκείνη δια της επιθέσεων των χειρών του επισκόπου στον χειροτονούμενο και διά της επίκλησης της θείας Χάρης, πράγματι· “Η θεία Χάρις η πάντοτε τα ασθενή θεραπεύουσα και τα ελλείποντα αναπληρούσα προχειρίζεται” τον προσαγόμενο στον επίσκοπο σε ένα από τους τρεις βαθμούς της Ιεροσύνης, στο βαθμό του διακόνου, πρώτον, του πρεσβυτέρου, δεύτερον, και του επισκόπου, τρίτον. Αυτός είναι και ο τελευταίος και ύψιστος βαθμός της ιεροσύνης. Βεβαίως πηγή της θείας Χάρης, όπως και πηγή της Ιεροσύνης είναι ο ίδιος ο Θεάνθρωπος Λυτρωτής και Σωτήρας μας, ο μόνος στην πραγματικότητα και αιώνιος Αρχιερέας της Εκκλησίας. Εκείνος ως αρχιερέας πρόσφερε πρώτος τη μία και αιώνια θυσία επί του σταυρού υπέρ των αμαρτιών μας, στη συνέχεια οι διάδοχοι του Μεγάλου Αρχιερέα, του Σωτήρα Χριστού, αρχιερείς και ιερείς, δεν έχουν δική τους ιεροσύνη, παρά τη μία και μόνη, την αιώνια ιεροσύνη του Χριστού λαμβάνουν, όταν χειροτονούνται. Αυτή, την ιεροσύνη του Χριστού, φέρουν στη ζωή τους όλη. Με αυτή ιερουργούν τα θεία μυστήρια της Εκκλησίας. Όχι λοιπόν δική τους, αλλά την ιεροσύνη και αρχιεροσύνη του Χριστού διαχειρίζονται και εν ονόματι αυτής και με αυτή διακονούν την Εκκλησία. Από αυτό καταλαβαίνει κανείς με πόσο σεβασμό πρέπει να την φέρουν, πόση ευλάβεια να αισθάνονται προς αυτή, πόση τιμή, πόση χάρη να της αποδίδουν και με πόσο φόβο να διαχειρίζονται τη θεία εξουσία. Αλλά και οι Χριστιανοί με σεβασμό να φέρονται προς τους ιερωμένους τους και μεγάλη τιμή να τους αποδίδουν, αφού η ιεροσύνη που φέρουν είναι του Χριστού και όχι δική τους.

Σύσταση του μυστηρίου
Το μυστήριο της Ιεροσύνης είναι θεοσύστατο και αυτό, δηλαδή ο ίδιος ο Κύριος το συνέστησε. Και το συνέστησε και όταν ξεχώρισε τους Δώδεκα Αποστόλους του, για να αποτελούν αυτοί το άμεσο περιβάλλον του και γίνουν έπειτα οι διάδοχοι και συνεχιστές του έργου του. Κυρίως όμως όταν τους μετέδιδε μετά την Ανάστασή του καθώς και την ημέρα της Πεντηκοστής το Άγιο Πνεύμα του και τους παρέδιδε την εξουσία της άφεσης των αμαρτιών, όπως είδαμε στο μυστήριο της μετάνοιας, η οποία ήταν αυτή η εξουσία της ιεροσύνης. Το ίδιο ακόμη έκαναν κατόπιν προς διαδοχή δική τους οι άγιοί του Απόστολοι· “χειροτονήσαντες αυτοίς πρεσβυτέρους κατ’ εκκλησίαν και προσευξάμενοι μετά νηστειών παρέθεντο αυτούς τω Κυρίω, εις όν πεπιστεύκασι” (Πράξ. ιδ’ 23). Αυτό έκαναν οι απόστολοι Παύλος και Βαρνάβας στους Χριστιανούς της Δέρβης, του Ικονίου, της Αντιόχειας. Λέγεται ακόμα χειροτονία, διότι γίνεται με την επίθεση των χειρών των αποστόλων ή των επισκόπων πάνω στο κεφάλι του χειροτονούμενου. “Προσευξάμενοι επέθηκαν αυτοίς τας χείρας” (Πράξ. στ’ 6, ιγ’ 3). Ομοίως και ο Τιμόθεος διά χειροτονίας, με επίθεση δηλαδή των χειρών του Παύλου και του πρεσβυτερίου έλαβε το αξίωμα του επισκόπου. Και αυτό γράφει ο Παύλος· “μη αμέλει του εν σοι χαρίσματος (του επισκόπου δηλαδή), ό εδόθη σοι διά προφητείας μετά επιθέσεως των χειρών του πρεσβυτερίου” (Α’ Τιμόθ. δ’ 14). Και πάλι του υπενθυμίζει να αναζωπυρώνει το χάρισμα της ιεροσύνης, “το χάρισμα του Θεού, λέει, ό εστιν εν σοι διά της επιθέσεως των χειρών μου” (Β’ Τιμόθ. α’ 6). Και αυτό, η επίθεση των χειρών δηλαδή στον χειροτονούμενο και οι ευχές που αναγιγνώσκονται και ακούγονται κατά την ώρα της χειροτονίας από τον Επίσκοπο, είναι τα αισθητά, τα ορατά στοιχεία του μυστηρίου, αόρατο δε και υπερφυσικό στοιχείο μένει η θεία Χάρη. Η ιεροσύνη λέγεται ακόμη και καθιέρωση, διότι καθιερώνεται ο χειροτονούμενος στην ιερή διακονία και χάρη της Εκκλησίας, λέγεται και τελεσιουργία και ιερατική τελείωση, διότι δι’ ιερής τελεσιουργίας καθιερώνεται και καταρτίζεται στον ύψιστο και θείο αυτό διακόνημα και αξίωμα.

Λέμε πως είναι θείο το αξίωμα, διότι όχι κυρίως άνθρωποι, αλλ’ ο Θεός διά μέσου ανθρώπων, των επισκόπων, καλεί και καθιερώνει στην Εκκλησία του τους λειτουργούς του. Όταν ο Παύλος κάλεσε στη Μίλητο τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας της Εφέσου για να τους συστήσει πλήρη επαγρύπνηση πάνω στη ζωή και πορεία των Χριστιανών τους, τους είπε· “Προσέχετε εαυτοίς και παντί τω ποιμνίω, εν ώ υμάς το Πνεύμα το Άγιον έθετο επισκόπους, ποιμαίνειν την Εκκλησίαν του Κυρίου και Θεού” (Πράξ. κ’ 28). Θεόσδοτο, λοιπόν, θείο αξίωμα και όχι κοσμικό. “Και η Ιεροσύνη τελείται επί της γης, όπως λέει ο άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος, τάξιν δε επουρανίων έχει πραγμάτων”. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να σπεύδει ο άνθρωπος στο αξίωμα αυτό, στην Ιεροσύνη, αλλά να περιμένει, είτε δι’ εσωτερικής κλίσεως, η οποία δεν είναι πάντοτε ασφαλής, είτε διά προσώπων εκλεκτών του και καλών περιστάσεων να τον καλέσει ο Θεός στην ύψιστη διακονία. Και είναι μεν αληθές, ότι θεόπνευστο και άξιο προσοχής το θείο λόγιο του Παύλου· “ει τις επισκοπής ορέγεται, καλού έργου επιθυμεί” (Α’ Τιμόθ. γ’ 1). Αλλά θεόπνευστος πάλι λόγος του Παύλου είναι και το “ουχ εαυτώ τις λαμβάνει τιμήν (της Ιεροσύνης), αλλά καλούμενος υπό του Θεού, καθάπερ και Ααρών” (Εβρ. Ε’ 4). Να μη σπεύδει λοιπόν κανείς και πολύ περισσότερο να μη χρησιμοποιεί μέσα και δωροδοκίες, οπότε καταντά και “σιμωνιακός” και επομένως ανάξιος της τιμής και χάρης. Εκείνοι που αναλαμβάνουν την ευθύνη της χειροτονίας του υποψηφίου “εξετάζειν πρότερον χρη του χειροτονουμένου τον βίον, είθ’ ούτω καλείν επ’ αυτόν την χάριν του Αγίου Πνεύματος”. Όπως έκαναν οι άγιοι Απόστολοι προκειμένου να εκλέξουν τους επτά διακόνους. Κάλεσαν το πλήθος των πιστών και τους είπαν· “Επισκέψασθε άνδρας εξ υμών μαρτυρουμένους επτά (εξετάστε να βρείτε επτά άνδρες από σας)” (Πράξ. στ’ 3). Με καλή μαρτυρία δηλαδή, πιστούς, σεμνούς, αγίους, άξιους της χάρης και διακονίας αυτής. Διότι μόνο οι άγιοι και οι άξιοι πρέπει να εκλέγονται και να προάγονται στους βαθμούς της Ιεροσύνης (1).

*  *  *

Υποσημειώσεις


(1) Και στο μυστήριο αυτό της Ιεροσύνης έχουμε διαφορές με τους Προτεστάντες και Παπικούς και πρέπει να τις γνωρίζουμε. Και αυτές είναι, ότι οι μεν Προτεστάντες δεν έχουν Ιεροσύνη παρά μόνο πάστορες. Αυτοί δεν είναι ιερείς. Είναι ένα είδος ποιμένων και έργο έχουν να κηρύττουν το θείο λόγο και προεδρεύουν στη θρησκευτική κοινότητα. Οι Παπικοί αντίθετα προς τους Προτεστάντες υπερτονίζουν και εξαίρουν την τάξη των κληρικών εις βάρος του λαού. Γι’ αυτό, ενώ οι κληρικοί κοινωνούν και από τα δύο είδη της θείας Κοινωνίας (και από το Σώμα και από το Αίμα), στο λαό προσφέρουν μόνο όστιες, δηλαδή μόνο το σώμα, και αυτό αφού συμπληρώσει το 12ο έτος το παιδί. Επομένως και εδώ έχουμε μεγάλες διαφορές με αυτούς και είναι αδύνατη η Ένωση με εμάς τους Ορθοδόξους, αν δεν αποκηρύξουν τις κακοδοξίες τους αυτές.

Πέμπτη, 1 Μαΐου 2014

"Πίστευε και μη ερεύνα". Είναι Χριστιανικό δόγμα ;



Συχνά ακούμε τη φράση: "Πίστευε και μη ερεύνα". Όμως συνήθως δεν γνωρίζουμε ποιος την πρωτοείπε, και αν πράγματι είναι αυτό ένα Χριστιανικό δόγμα!

Η παραδοξότητα της φράσης

Η φράση αυτή, πράγματι είναι ένα μυστήριο. Και ο λόγος είναι ο εξής: Αυτοί που τη λένε, αν είναι Χριστιανοί, είναι άνθρωποι είτε αγράμματοι, είτε άσχετοι με τη Χριστιανική πίστη. Αν πάλι τη λέει μη Χριστιανός, (άπιστος ή Προτεστάντης), την αποδίδει στους Χριστιανούς ως μομφή σκοταδισμού. Θέλει να λέει δηλαδή, ότι οι Χριστιανοί πιστεύουν τυφλά σε όσα τους λένε, χωρίς έρευνα, και ότι αυτός είναι ο τρόπος τους. Όμως κανένας από αυτούς δεν ξέρει να μας πει, από πού προκύπτει αυτή η φράση, και αν πράγματι ποτέ οι Χριστιανοί πίστευαν σε κάτι τέτοιο!

Από την άλλη μεριά, όταν ακούμε αυτή τη φράση από Χριστιανούς που γνωρίζουν την πίστη τους, τη λένε μόνο για να μεμφθούν άλλους, ή για να αρνηθούν ότι αυτό είναι ένα Χριστιανικό δόγμα.

Είναι λοιπόν μια φράση τύπου: "ράδιο αρβύλα" που λένε και οι φαντάροι. Τη λένε πολλοί, όμως όλοι τους έχουν μεσάνυχτα για την προέλευσή της, και για την αξιοπιστία της!

Τι συμβαίνει λοιπόν; Πώς είναι δυνατόν, να είναι μια φράση Χριστιανική, αλλά οι Χριστιανοί που γνωρίζουν την πίστη τους, να την αρνούνται; Πώς είναι τότε δυνατόν, αυτοί που τη λένε, να τη θεωρούν πίστη των Χριστιανών όταν οι Χριστιανοί δεν την αναγνωρίζουν; Και πώς αυτοί που την αποδίδουν στους Χριστιανούς, δεν ξέρουν να μας πουν από πού προκύπτει; Είναι ή δεν είναι η φράση αυτή Χριστιανικό δόγμα; Γιατί κανείς δεν γνωρίζει να μας διαφωτίσει επαρκώς για την προέλευση και τη σημασία της;

Προσπάθειες αναίρεσης της φράσης

Είναι εντυπωσιακό, ότι τη φράση αυτή, προσπάθησαν να την αναιρέσουν, τόσο οι Χριστιανοί, όσο και οι Προτεστάντες, για να μεμφθούν τους Χριστιανούς, που υποτίθεται ότι την αποδέχονται. Και για την αναίρεσή της, χρησιμοποιήθηκαν οι δύο εξής τρόποι:

1. Αντιπαράθεση Αγιογραφικού εδαφίου:

Ο πρώτος αυτός τρόπος, είναι ένας τρόπος ημιμάθειας, που προκαλεί ειρωνικό μειδίαμα σε όσους γνωρίζουν. Αυτός ο τρόπος αναίρεσης, ξεκίνησε από ημιμαθείς Προτεστάντες, και πέρασε σε Χριστιανούς που δεν γνωρίζουν την πίστη τους. Έτσι ώστε σήμερα, από κοινού, Προτεστάντες και άσχετοι Χριστιανοί, να τον παπαγαλίζουν.

Προσπαθούν λοιπόν να πουν ότι αυτή η ρήση δεν είναι Χριστιανική, χρησιμοποιώντας το εδάφιο της Αγίας Γραφής που βρίσκεται στο Ιωάννης 5/ε: 39. Συνήθως δεν ξέρουν ούτε καν πού βρίσκεται, και λένε μόνο: "Η Αγία Γραφή λέει: "Ερευνάτε τας γραφάς", άρα πρέπει να ερευνάμε, και το "πίστευε και μη ερεύνα είναι αντιχριστιανική ρήση".

Πράγματι, στο εδάφιο εκείνο, λέει αυτή τη φράση. Όμως δεν λέει μόνο αυτή! Ολόκληρο το εδάφιο είναι το εξής, μαζί με το επόμενο εδάφιο, το 40: "39 ερευνάτε τας γραφάς, ότι υμείς δοκείτε εν αυταίς ζωήν αιώνιον έχειν· και εκείναί εισιν αι μαρτυρούσαι περί εμού· 40 και ου θέλετε ελθείν προς με ίνα ζωήν έχητε". Με απλά λόγια, στο εδάφιο αυτό, λέει ο Χριστός: "Ερευνάτε τις γραφές, επειδή θεωρείτε ότι έτσι θα βρείτε ζωή, και (πράγματι), αυτές είναι που μαρτυρούν για Εμένα. Αλλά δεν θέλετε να έρθετε προς Εμένα, για να έχετε ζωή".

Όπως παρατηρείτε, το εδάφιο δεν έχει καμία σχέση με τη χρήση που κάνουν οι ημιμαθείς εκείνοι, που το χρησιμοποιούν εναντίον του: "Πίστευε και μη ερεύνα". Γιατί αν και πράγματι υπάρχει στο εδάφιο η φράση: "ερευνάτε τας γραφάς", δεν είναι μόνη της. Οι ημιμαθείς χρησιμοποιούν τη φράση ξεκομμένη, και όταν τη χρησιμοποιούν έτσι, φαίνεται ως Προστακτική. Σαν να προστάζει δηλαδή ο Χριστός, να "ερευνάμε τις γραφές". Όμως ο Χριστός, δεν χρησιμοποιεί εκεί προστακτική.

Η φράση "ερευνάτε τας γραφάς", είναι μέρος μιας ευρύτερης πρότασης, όπου ο Χριστός λέει ότι καλή είναι μεν η έρευνα των Γραφών, αλλά για να βρει κάποιος ζωή, πρέπει να πιστέψει και να ΠΑΕΙ στον Χριστό, ο οποίος μαρτυρείται προφητικά από τις γραφές.

Ο Χριστός εδώ λοιπόν, ούτε αρνείται την έρευνα των γραφών, αλλά ούτε την προστάζει. Μάλιστα λέει ότι δεν είναι το σημαντικότερο πράγμα για τη σωτηρία, μάλιστα είναι και ανεπαρκής από μόνη της! Και αυτό σημαίνει, ότι ΚΑΚΩΣ χρησιμοποιούν κάποιοι αυτό το εδάφιο, ενάντια στο "Πίστευε και μη Ερεύνα".

2. Πονηριά με τα σημεία στίξης

Ο δεύτερος τρόπος που χρησιμοποιείται για την αναίρεση του: "Πίστευε και μη ερεύνα", είναι διπλά πονηρός.

Κάποιοι, όταν ακούνε αυτή τη φράση με την οποία φυσικά δεν συμφωνούν, σκέφτοναι πονηρά: "Λες να υπάρχει πράγματι αυτή η φράση στην Ορθόδοξη γραμματεία, και να διαψευσθώ αν την αρνηθώ;" Προτιμούν λοιπόν, αντί να την αρνηθούν, να την ΑΛΛΟΙΩΣΟΥΝ και να αντιστρέψουν το νόημά της. Λένε λοιπόν σε όσους τους κατηγορούν για το: "Πίστευε, και μη Ερεύνα":

"-Βάζετε λάθος το κόμμα στη φράση. Το κόμμα πάει στο "μη", και όχι στο "πίστευε". Η φράση είναι: "Πίστευε και μη, ερεύνα". Δηλαδή: "Είτε πιστεύεις, είτε όχι, να ερευνάς". Έτσι και τη φράση κρατάνε, και αντιστρέφουν το νόημά της, νιώθοντας ασφαλείς! Αν όμως κάποιος τους ρωτήσει: "Πού το βρήκατε αυτό γραμμένο με το κόμμα έτσι;", φυσικά δεν ξέρουν να του απαντήσουν. Γιατί είναι και αυτή μια εντελώς αυθαίρετη θέση.

Πιστεύουμε ότι θα συμφωνείτε μαζί μας, ότι το θέμα έχει "σασπένς"! Είναι πολύ ενδιαφέρον, το τι συμβαίνει γύρω από μια φράση, την οποία ΟΥΔΕΙΣ γνωρίζει από πού προκύπτει, αλλά τόσοι πολλοί τη χρησιμοποιούν, ή αγωνίζονται με  αλλοιώσεις να την αναιρέσουν!

Όμως μην απελπίζεστε. Υπάρχει σαφέστατη λύση, και θα τη δούμε στη συνέχεια.

Αποδέχεται η Ορθόδοξη Εκκλησία την έρευνα της πίστης;

Ως "Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας", αντιλαμβάνεστε ότι αυτό είναι ένα ερώτημα που μας αφορά άμεσα. Γιατί αν ίσχυε το: "Πίστευε και μη Ερεύνα", πώς θα ήταν δυνατόν εμείς να ερευνούμε το Χριστιανικό δόγμα, και να είμαστε Ορθόδοξοι Χριστιανοί; Και όσο κι αν προκαλεί γέλιο, αυτό είναι ένα ερώτημα, που μας έχει τεθεί πολλές φορές στα χρόνια της ιστοσελίδας μας, από άσχετους ανθρώπους, που έχουν δέσει στο μυαλό τους το: "Πίστευε και μη ερεύνα", ως σίγουρο Χριστιανικό δόγμα. Είναι ευκαιρία λοιπόν, να απαντήσουμε με το άρθρο αυτό και σε όλους αυτούς.

Ας δούμε παραδείγματα που καλούν σε έρευνα, από την Ορθόδοξη υμνογραφία:

Η Ανάσταση του Χριστού, είναι το κεντρικό Χριστιανικό δόγμα. Αν λοιπόν η Εκκλησία μας επιτρέπει, και μάλιστα μας ΠΡΟΤΡΕΠΕΙ να ερευνήσουμε την ίδια την Ανάσταση του Χριστού, πόσο μάλλον όλα τα άλλα! Δείτε τι λέει ένα τροπάριο της Κυριακής του Θωμά:

Χαίρεις ερευνώμενος!
Διό, Φιλάνθρωπε,
Προς τούτο προτρέπεις τον Θωμάν.

Όχι μόνο ο Χριστός δεν είπε στον ("άπιστο") Θωμά "πίστευε και μη ερεύνα", αλλά τον προέτρεψε να ελέγξει με τα ίδια του τα χέρια τις τρύπες από τα καρφιά Του!

Αυτά τα απλά, αποτελούν απόδειξη, πως η Ορθοδοξία ΠΡΟΤΡΕΠΕΙ να ερευνήσουμε... Είναι πολύ ενδιαφέρουσα επ' αυτού η υμνολογία της Κυριακής του Θωμά από το Πεντηκοστάριο. Η υμνολογία της ημέρας είναι εκπληκτική! Ρίξτε αν θέλετε μια ματιά στην εξής ιστοσελίδα: http://www.tcgalaska.com/glt/

Προσέξτε ότι οι Πατέρες λένε ότι ο Θωμάς απουσίασε "οικονομικώς" στην πρώτη εμφάνιση του Κυρίου (δηλαδή κατ' οικονομίαν!) έτσι ώστε να αποδειχθεί η Ανάσταση και με έρευνα.


1ο
Των Μαθητών δισταζόντων,
τη ογδόη ημέρα, επέστη ο Σωτήρ, ού ήσαν συνηγμένοι,
και την ειρήνην δους τω Θωμά εβόησε:
Δεύρο Απόστολε, ψηλάφησον παλάμας, αις τους ήλους έπηξαν.
Ω καλή απιστία τού Θωμά!
των πιστών τας καρδίας εις επίγνωσιν ήξε,
και μετά φόβου εβόησεν:
Ο Κύριός μου και ο Θεός μου, δόξα σοι.

2ο
Των θυρών κεκλεισμένων, επέστης Χριστέ προς τους Μαθητάς,
Τότε ο Θωμάς, οικονομικώς ουχ ευρέθη μετ' αυτών,
έλεγε γάρ, ου μη πιστεύσω, εάν μη ίδω καγώ τον Δεσπότην,
ίδω την πλευράν, όθεν εξήλθε το αίμα, το ύδωρ, το βάπτισμα,
ίδω την πληγήν, εξ ης ιάθη το μέγα τραύμα ο άνθρωπος,
ίδω, πώς ουκ ην, ως πνεύμα, αλλά σάρξ και οστέα.
Ο τον θάνατον πατήσας, και Θωμάν πληροφορήσας,
Κύριε, δόξα σοι.

Πιστεύουμε ότι τα παραπάνω είναι επαρκή, για να δείξουν ότι η Χριστιανική πίστη είναι πίστη ΕΡΕΥΝΑΣ και τεκμηρίωσης και όχι ευπιστίας.

Η προέλευση του "πίστευε και μη ερεύνα".

Η ιδεολογία αυτή, της "πίστης χωρίς έρευνα", με άλλα λόγια φυσικά, ανάγεται στην αρχαιότητα. Ανιχνεύσαμε τις καταβολές της, από τη φιλοσοφία του Πλάτωνα. Ίσως είναι και αρχαιότερη, και απλώς ο Πλάτωνας την επανέλαβε.

Ο Πλάτωνας μέσα στο θεολογικό του πνεύμα ουδέποτε χρησιμοποίησε αλληγορική ερμηνεία των μύθων ή την κριτική τους, αλλά ανάφερε πάντοτε με σεβασμό τους "θεούς" (Φίληβ. 12, c) «το δ΄ εμόν δέος αεί προς τα των θεών ονόματα ουκ έστι κατ΄ άνθρωπον αλλά πέρα του μεγίστου φόβου». Αυτά ήταν επιδράσεις της ευσεβούς του καταγωγής την οποία παρέλαβε κατά τα παιδικά του χρόνια. Η καρδιά του είχε νικήσει και σ’ αυτόν τις αμφιβολίες του πνεύματος, και στον Τίμαιο (40, d) αναγνωρίζει την παραδιδόμενη Ομηρική και Ησιόδεια γένεση και την σειρά τους:

«καίπερ άνευ τε εικότων και αναγκαίων αποδείξεων»

 Αυτή η φράση, είναι: "πίστευε και μη ερεύνα", με άλλα λόγια. Δεν χρειάζονται αποδείξεις δηλαδή για να δεχθεί την πίστη αυτή.

Φυσικά το "πίστευε και μη ερεύνα" υπήρχε σε κάθε περίοδο και σε κάθε περιοχή της ανθρώπινης ιστορίας, (με γνωστότερο τον Παπικό μεσαίωνα), ως πρακτική αυτών που δεν είχαν επιχειρήματα, για να στηρίξουν τις απόψεις τους. Όμως μια τέτοια αναζήτηση δεν είναι του παρόντος άρθρου.

Το Χριστιανικό: "Πίστευε και μη ερεύνα"

Παρ' όλα αυτά που ήδη είπαμε, τι θα λέγατε, αν σας διαβεβαιώναμε, ότι εν τέλει, το: "πίστευε και μη ερεύνα", είναι πραγματικά Χριστιανική ρήση; Απίστευτο; Ας το ΕΡΕΥΝΗΣΟΥΜΕ!

Γράφει ο Αθανάσιος Θεολόγος:

"...ΑΛΛΑ ΠΙΣΤΕΥΕ ΕΙΣ ΠΑΤΕΡΑ, ΜΗ ΕΡΕΥΝΗΣΕΙΣ ΔΕ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑ
ΠΡΟΣΚΥΝΕΙ ΤΟΝ ΥΙΟΝ, ΜΗ ΠΟΛΥΠΡΑΓΜΟΝΩΝ ΤΗΝ ΑΥΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ
ΑΝΥΜΝΕΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟ ΑΓΙΟΝ, ΜΗ ΕΚΖΗΤΩΝ ΤΟ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ..." (Αθανάσιος Θεολόγος, Quaestiones ad Antiochum Vol 28 page 600 line 27 - 31.)

Το "πίστευε και μη ερεύνα" λοιπόν, δεν είναι έτσι σκέτο στη Χριστιανική του μορφή. Έχει συγκεκριμένη εφαρμογή. Το Χριστιανικό "πίστευε και μη ερεύνα", ισχύει ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΘΕΜΑΤΑ ΑΚΤΙΣΤΟΥ. Δηλαδή ισχύει μόνο για το: "ΠΩΣ" της Αγίας Τριάδος. Για τίποτα άλλο!

Και ο λόγος είναι ότι αυτά τα ζητήματα είναι καταστάσεις εκτός χρόνου, έξω από την εμπειρία μας, και είναι ασύλληπτα. Και γίνονται κατανοητά, μόνο για όσους ΤΑ ΒΙΩΣΟΥΝ όταν ενώνονται με τον Θεό και καθίστανται άχρονοι, συνεπώς ΘΕΟΛΟΓΟΙ. Οι άλλοι δεν είναι δυνατόν να τα κατανοήσουν, όπως ο εκ γενετής τυφλός δεν κατανοεί το κόκκινο χρώμα, όσο κι αν του το εξηγήσεις. Αν ο τυφλός σου ζητάει επίμονα: "Πες μου ΠΩΣ είναι το κόκκινο χρώμα", θα του εξηγήσεις μεν ΤΙ είναι, αλλά πάλι δεν θα το εννοήσει εμπειρικά. Και στο τέλος θα του πεις: "μη το ψάχνεις". Έτσι και για την Αγία Τριάδα. Μπορούμε να κατανοήσουμε με την έρευνα το "Τι" είναι, και "Ποιος" είναι ο Θεός. Αλλά ποτέ δεν θα μπορέσουμε να καταλάβουμε το "Πως".

Μόνο λοιπόν ΣΤΟ "ΠΩΣ" ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ έχει εφαρμογή η "μη έρευνα". Να καταλαβαίνουμε τι λέμε. Το "τι" και το "ποιος", ακόμα και στην Αγία Τριάδα είναι ερευνήσιμο, και μάλιστα καλούμαστε να το ερευνάμε.

Συμπέρασμα:

Οι Χριστιανοί είναι ΕΡΕΥΝΗΤΕΣ. Πιστεύουν με βάση αποδείξεις. Ο Θεός χαίρει ερευνώμενος. Και μας προτρέπει, να ερευνήσουμε όχι μόνο τα της πίστεως, αλλά και Αυτόν τον  Ίδιο! Αλλά επειδή είμαστε κτιστά όντα, η δυνατότητα κατανόησής μας, φτάνει μόνο στο ΤΙ, και στο ΠΟΙΟΣ. Ποτέ δεν θα μπορέσουμε να εννοήσουμε το "ΠΩΣ", δηλαδή την Άκτιστη Θεία Ουσία. Επειδή είναι άχρονη και άπειρη. Όπως ένας εκ γενετής τυφλός δεν μπορεί να καταλάβει τι είναι τα χρώματα. Αυτά είναι πράγματα που τα κατανοείς μόνο εξ' εμπειρίας.

Όσοι λοιπόν νομίζουν ότι οι Χριστιανοί είναι ευκολόπιστοι και δεν ερευνούν την πίστη τους, κάνουν λάθος. Και όσοι νομίζουν ότι το "πίστευε και μη ερεύνα" έχει γενική εφαρμογή, πάλι κάνουν λάθος. Και όσοι νομίζουν ότι μπορούν με την έρευνα να "εξετάσουν" την ουσία του Θεού, πάλι λανθάνουν.


Σας προτρέπουμε λοιπόν, να συνεχίσετε να ερευνάτε εντατικά όπως εμείς, το "ΤΙ" και το "ΠΟΙΟΣ" της πίστεως. Για να μπορέσουμε όλοι μας κάποτε, εξ εμπειρίας, βιώσουμε τη Θεία Ζωή.


Πηγη : http://www.agiosgeorgioslatsia.com/